Δεν πρόλαβε να απολαύσει την οικογενειακή ζωή στην πατρίδα της, ούτε να αφεθεί με άνεση στις μεγάλες «αμαρτίες» της, που ήταν το κάπνισμα και τα τσιπς, η τραγουδίστρια από το Πράσινο Ακρωτήριο
Η «ξυπόλητη ντίβα» από το Πράσινο Ακρωτήριο, η Σεζάρια Εβόρα, που στα τέλη του Σεπτεμβρίου ακύρωσε όλες τις προγραμματισμένες συναυλίες της για ...
λόγους υγείας, έφυγε για πάντα στα 70 της χρόνια.
Στα τέλη Σεπτεμβρίου νοσηλεύτηκε σε νοσοκομείο του Παρισιού και εκεί διαπιστώθηκε ότι η πίεσή της είχε φτάσει 22, ενώ η χοληστερίνη της είχε ξεπεράσει κατά πολύ το όριο, φτάνοντας σε δυσθεώρητα ύψη.
Οι γιατροί τής έδωσαν, έστω και προσωρινά, τη δυνατότητα να ονειρευτεί το μέλλον της και εκτός σκηνής, κοντά στην οικογένειά της, επανέφεραν την πίεσή της στα φυσιολογικά, τα πόδια της ξεπρήστηκαν, αλλά η καποβερντιανή τραγουδίστρια που είχε τον τρόπο της να μας κάνει να βουρκώνουμε με μια «νοσταλγία» (Sodade) και ας μην ξέραμε τι θα πει «mornas» (μόρνας) - τραγούδια της λύπης, της μελαγχολίας -, φαίνεται ότι δεν μπόρεσε να το παλέψει κι άλλο.
Από τότε, άλλωστε, ένιωθε πολύ εξαντλημένη και το έλεγε καθαρά. Παρ' όλα αυτά δεν αποχωριζόταν το πακέτο με τα αγαπημένα της αμερικανικά τσιγάρα και τα αλμυρά πατατάκια.
Το πάθος της για το αλκοόλ (που είχε κόψει εδώ και αρκετά χρόνια), το κάπνισμα και τον τελευταίο καιρό τα τσιπς επιδείνωναν τα προβλήματα υγείας που είχε.
Το 2008 σε περιοδεία που έκανε στην Αυστραλία έπαθε εγκεφαλικό, ενώ λίγο αργότερα χρειάστηκε να νοσηλευτεί και να υποβληθεί σε επέμβαση ανοικτής καρδιάς.
Ωστόσο δεν ήθελε να το βάλει κάτω. Η σκηνή, η μουσική, τα ταξίδια ήταν η ζωή της. Σε συνέντευξη που είχε δώσει τον Σεπτέμβριο στην εφημερίδα «Le Monde» ομολογούσε την αδυναμία της να συνεχίσει αλλά δεν έκρυβε τη λύπη της που θα αποχωριζόταν τη σκηνή.
«Δεν έχω ενέργεια πια... Και θέλω να πω στους φαν μου "συγγνώμη, πρέπει όμως να ξεκουραστώ". Λυπάμαι πάρα πολύ που πρέπει να σταματήσω για λόγους υγείας».
Η Εβόρα θεωρείτο μία από τις κύριες εκπροσώπους της morna - μια μορφή μπλουζ που συνδέεται άμεσα με την εθνική μουσική του Κάπο Βέρντε, της πρώην πορτογαλικής αποικίας που κέρδισε την ανεξαρτησία της το 1975.
Η μουσική του Πράσινου Ακρωτηρίου είναι ταυτόχρονα και ο θεματοφύλακας της ιστορίας του. Μια ιστορία που έχει φτιαχτεί από καταπίεση, δουλεμπόριο και απομόνωση στον Ατλαντικό Ωκεανό, εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά από τις δυτικές ακτές της Αφρικής.
Η Σεζάρια έκανε την ιστορία του τόπου αυτού γνωστή μέσα από τη μουσική της. Η χώρα της κήρυξε επισήμως διήμερο εθνικού πένθους, ενώ ο πρόεδρος του μικρού νησιού Jorge Κάρλος Φονσέκα την αποκάλεσε «μία από τις κύριες πολιτιστικές αναφορές του Πράσινου Ακρωτηρίου».
Ανθρωπος του πάθους και της σκληρής δουλειάς, ιδιόρρυθμη, απείθαρχη, διαφορετική, έφερε μέσα στη φωνή της μια μελαγχολία αλλά και μια δύναμη που έκανε πολλούς να τη συγκρίνουν με προσωπικότητες της μουσικής όπως η Μπίλι Χόλιντεϊ και η Εντίτ Πιαφ.
Ούτε η φήμη όμως ούτε τα βραβεία (το 2004 κέρδισε βραβείο Grammy για το άλμπουμ «Voz D'Amor») δεν κατάφεραν να αλλάξουν το κορίτσι που κάποτε τραγουδούσε ξυπόλητο για πενταροδεκάρες στα μπαρ της πατρίδας της. Και οι συμβουλές των γιατρών δεν ήταν μέσα στο... ρεπερτόριό της. «Εντάξει, η ζωή συνεχίζεται, τι να κάνουμε» έλεγε η Σεζάρια Εβόρα.
«Εκανα ό,τι καλύτερο μπορούσα. Είχα μια καριέρα που πολλοί θα ονειρεύονταν... Δεν πέθανα στην Αυστραλία (όταν έπαθα εγκεφαλικό), μετά η καρδιά μου "έσπασε" στη Λισαβώνα, έκανα εγχείρηση ανοιχτής καρδιάς στο Παρίσι... Οι γιατροί μού είπαν ότι είναι εντάξει η καρδιά και ότι οι φωνητικές χορδές μου είναι μια χαρά. Αλλά κάτι έχει αλλάξει για πάντα, σαν το ύφασμα που το τσιτώνεις και σκίζεται... Λένε ότι φταίνε τα τσιπς. Τα σταμάτησα, εντάξει. Αλλά θα τα ξανάρχιζα ευχαρίστως, μόνο και μόνο για να δω αν είναι όντως η αιτία».
Γεννήθηκε στο Μιντέλο στις 27 Αυγούστου 1941, από πατέρα βιολονίστα και μητέρα μαγείρισσα. Ενας από τους θείους της, ο Μπι Λέτσα, που ήταν ποιητής, συγγραφέας και συνθέτης mornas, τη βοήθησε στο ξεκίνημά της. Ταπεινό ξεκίνημα, για ελάχιστα χρήματα, πολλές φορές κρυμμένη πίσω από μια κουρτίνα. Επί της ουσίας, η καριέρα της άρχισε το 1987, όταν έδωσε τις πρώτες συναυλίες της στη Λισαβώνα.
«Αρχιτέκτονας» της καριέρας της, παραγωγός και φύλακας-άγγελός της θεωρείται ο Χοσέ ντε Σίλβα, που πίστεψε στη φωνή της και έδωσε στην καριέρα της διεθνή χαρακτήρα Χάρη σε εκείνον η Σεζάρια Εβόρα, η λυπημένη φωνή, η ξυπόλητη τραγουδίστρια, έγινε σύμβολο και πρέσβειρα του πολιτισμού μιας μικρής ταπεινής χώρας. Γιατί μέσα της κουβαλούσε - και το έλεγε - όλα τα ξυπόλητα παιδιά του Πράσινου Ακρωτηρίου...
Η «ξυπόλητη ντίβα» από το Πράσινο Ακρωτήριο, η Σεζάρια Εβόρα, που στα τέλη του Σεπτεμβρίου ακύρωσε όλες τις προγραμματισμένες συναυλίες της για ...
λόγους υγείας, έφυγε για πάντα στα 70 της χρόνια.
Στα τέλη Σεπτεμβρίου νοσηλεύτηκε σε νοσοκομείο του Παρισιού και εκεί διαπιστώθηκε ότι η πίεσή της είχε φτάσει 22, ενώ η χοληστερίνη της είχε ξεπεράσει κατά πολύ το όριο, φτάνοντας σε δυσθεώρητα ύψη.
Οι γιατροί τής έδωσαν, έστω και προσωρινά, τη δυνατότητα να ονειρευτεί το μέλλον της και εκτός σκηνής, κοντά στην οικογένειά της, επανέφεραν την πίεσή της στα φυσιολογικά, τα πόδια της ξεπρήστηκαν, αλλά η καποβερντιανή τραγουδίστρια που είχε τον τρόπο της να μας κάνει να βουρκώνουμε με μια «νοσταλγία» (Sodade) και ας μην ξέραμε τι θα πει «mornas» (μόρνας) - τραγούδια της λύπης, της μελαγχολίας -, φαίνεται ότι δεν μπόρεσε να το παλέψει κι άλλο.
Από τότε, άλλωστε, ένιωθε πολύ εξαντλημένη και το έλεγε καθαρά. Παρ' όλα αυτά δεν αποχωριζόταν το πακέτο με τα αγαπημένα της αμερικανικά τσιγάρα και τα αλμυρά πατατάκια.
Το πάθος της για το αλκοόλ (που είχε κόψει εδώ και αρκετά χρόνια), το κάπνισμα και τον τελευταίο καιρό τα τσιπς επιδείνωναν τα προβλήματα υγείας που είχε.
Το 2008 σε περιοδεία που έκανε στην Αυστραλία έπαθε εγκεφαλικό, ενώ λίγο αργότερα χρειάστηκε να νοσηλευτεί και να υποβληθεί σε επέμβαση ανοικτής καρδιάς.
Ωστόσο δεν ήθελε να το βάλει κάτω. Η σκηνή, η μουσική, τα ταξίδια ήταν η ζωή της. Σε συνέντευξη που είχε δώσει τον Σεπτέμβριο στην εφημερίδα «Le Monde» ομολογούσε την αδυναμία της να συνεχίσει αλλά δεν έκρυβε τη λύπη της που θα αποχωριζόταν τη σκηνή.
«Δεν έχω ενέργεια πια... Και θέλω να πω στους φαν μου "συγγνώμη, πρέπει όμως να ξεκουραστώ". Λυπάμαι πάρα πολύ που πρέπει να σταματήσω για λόγους υγείας».
Η Εβόρα θεωρείτο μία από τις κύριες εκπροσώπους της morna - μια μορφή μπλουζ που συνδέεται άμεσα με την εθνική μουσική του Κάπο Βέρντε, της πρώην πορτογαλικής αποικίας που κέρδισε την ανεξαρτησία της το 1975.
Η μουσική του Πράσινου Ακρωτηρίου είναι ταυτόχρονα και ο θεματοφύλακας της ιστορίας του. Μια ιστορία που έχει φτιαχτεί από καταπίεση, δουλεμπόριο και απομόνωση στον Ατλαντικό Ωκεανό, εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά από τις δυτικές ακτές της Αφρικής.
Η Σεζάρια έκανε την ιστορία του τόπου αυτού γνωστή μέσα από τη μουσική της. Η χώρα της κήρυξε επισήμως διήμερο εθνικού πένθους, ενώ ο πρόεδρος του μικρού νησιού Jorge Κάρλος Φονσέκα την αποκάλεσε «μία από τις κύριες πολιτιστικές αναφορές του Πράσινου Ακρωτηρίου».
Ανθρωπος του πάθους και της σκληρής δουλειάς, ιδιόρρυθμη, απείθαρχη, διαφορετική, έφερε μέσα στη φωνή της μια μελαγχολία αλλά και μια δύναμη που έκανε πολλούς να τη συγκρίνουν με προσωπικότητες της μουσικής όπως η Μπίλι Χόλιντεϊ και η Εντίτ Πιαφ.
Ούτε η φήμη όμως ούτε τα βραβεία (το 2004 κέρδισε βραβείο Grammy για το άλμπουμ «Voz D'Amor») δεν κατάφεραν να αλλάξουν το κορίτσι που κάποτε τραγουδούσε ξυπόλητο για πενταροδεκάρες στα μπαρ της πατρίδας της. Και οι συμβουλές των γιατρών δεν ήταν μέσα στο... ρεπερτόριό της. «Εντάξει, η ζωή συνεχίζεται, τι να κάνουμε» έλεγε η Σεζάρια Εβόρα.
«Εκανα ό,τι καλύτερο μπορούσα. Είχα μια καριέρα που πολλοί θα ονειρεύονταν... Δεν πέθανα στην Αυστραλία (όταν έπαθα εγκεφαλικό), μετά η καρδιά μου "έσπασε" στη Λισαβώνα, έκανα εγχείρηση ανοιχτής καρδιάς στο Παρίσι... Οι γιατροί μού είπαν ότι είναι εντάξει η καρδιά και ότι οι φωνητικές χορδές μου είναι μια χαρά. Αλλά κάτι έχει αλλάξει για πάντα, σαν το ύφασμα που το τσιτώνεις και σκίζεται... Λένε ότι φταίνε τα τσιπς. Τα σταμάτησα, εντάξει. Αλλά θα τα ξανάρχιζα ευχαρίστως, μόνο και μόνο για να δω αν είναι όντως η αιτία».
Γεννήθηκε στο Μιντέλο στις 27 Αυγούστου 1941, από πατέρα βιολονίστα και μητέρα μαγείρισσα. Ενας από τους θείους της, ο Μπι Λέτσα, που ήταν ποιητής, συγγραφέας και συνθέτης mornas, τη βοήθησε στο ξεκίνημά της. Ταπεινό ξεκίνημα, για ελάχιστα χρήματα, πολλές φορές κρυμμένη πίσω από μια κουρτίνα. Επί της ουσίας, η καριέρα της άρχισε το 1987, όταν έδωσε τις πρώτες συναυλίες της στη Λισαβώνα.
«Αρχιτέκτονας» της καριέρας της, παραγωγός και φύλακας-άγγελός της θεωρείται ο Χοσέ ντε Σίλβα, που πίστεψε στη φωνή της και έδωσε στην καριέρα της διεθνή χαρακτήρα Χάρη σε εκείνον η Σεζάρια Εβόρα, η λυπημένη φωνή, η ξυπόλητη τραγουδίστρια, έγινε σύμβολο και πρέσβειρα του πολιτισμού μιας μικρής ταπεινής χώρας. Γιατί μέσα της κουβαλούσε - και το έλεγε - όλα τα ξυπόλητα παιδιά του Πράσινου Ακρωτηρίου...
ΕΙΠΕ
«Θα πεθάνω ξυπόλητη!»
- Τίποτα δεν άλλαξε από τότε που έγινα διάσημη. Αλλωστε πάντα είχα γύρω μου πλούσιους, φτωχούς, οικογένειες...
«Θα πεθάνω ξυπόλητη!»
- Τίποτα δεν άλλαξε από τότε που έγινα διάσημη. Αλλωστε πάντα είχα γύρω μου πλούσιους, φτωχούς, οικογένειες...
- Μεγάλωσα φτωχή, δεν είχα τίποτα, οπότε και τώρα κάνω μια φυσιολογική ζωή. Κι έτσι έμεινα. Δεν άφησα κανείς να αλλάξει αυτό που είμαι στ' αλήθεια.
- Η μουσική ήταν πάντα στο αίμα μου. Στο σπίτι, ο πατέρας και ο αδελφός μου έπαιζαν μουσικά όργανα, αλλά εγώ ήμουν η μόνη τραγουδίστρια. Και το οφείλω - άλλωστε έτσι έκανα την αρχή - στον συνθέτη θείο μου.
- Οι πιο αγαπημένοι μου τραγουδιστές; Ο Νατ Κινγκ Κόουλ και κάποιοι Αμερικανοί όπως η Μαντόνα, ο Μάικλ Τζάκσον, ο Πρινς.
- Εχω πολύ τακτικά κόσμο στο σπίτι μου. Ερχονται να φάνε, να πιουν, να παίξουν. Είμαι καλή μαγείρισσα κι έρχονται και γι' αυτό. Πάντα έτσι ήμουν. Το σπίτι μου ήταν το σπίτι όλων των ανθρώπων.
- Το να τραγουδώ ξυπόλητη είναι κάτι που μου φαίνεται και μου βγαίνει φυσικά. Εκτός Πράσινου Ακρωτηρίου φοράω σανδάλια, διότι στην Ευρώπη, φερ' ειπείν, κάνει κρύο, όμως δεν μ' αρέσει καθόλου να φοράω παπούτσια. Θα πεθάνω και δίχως να φοράω παπούτσια. Ξυπόλητη!
